Μια ιστορία αλλιώτικη

Στη μέση της μέρας σα να διέκρινα μια γνώριμη φυσιογνωμία να με προσπερνά όσο ανηφόριζα το δρόμο για το σπίτι μου. Όντας κυριευμένη από μια γλυκιά αφηρημάδα ,ούτε που πρόσεξα αν ήταν άντρας ή γυναίκα – τόσο βαθειά κλεισμένη ήμουνα στις σκέψεις μου που εμπαίζοντά τες τις γυρόφερνα σα να ‘χα κάνει μαζί τους μια μυστική συνομωσία που μου επέτρεπε να τις πειράζω , χωρίς αυτό να τις προσβάλει.
Κάποια στιγμή ένα σκούντημα με έκανε να στρέψω το κεφάλι μου προς τη μεριά του δεξιού μου ώμου και έκπληκτη διαπίστωσα μια γνωστή φυσιογνωμία, τόσο γνωστή που ένα απλό κοίταγμα αρκούσε για να χαϊδέψει απαλά τη μνήμη μου.
Ήταν η Διοτίμα , μια παλιά μου συμμαθήτρια και καλύτερη μου φίλη ,μια κοπέλα μικρόσωμη και «αεράτη» που μόλις που κατάφερνε κανείς να τη συγκρατήσει για λίγα δευτερόλεπτα στο οπτικό του πεδίο .Δε φαινότανε να την είχανε κάνει αλλιώτικη τα χρόνια ,τουναντίον συνιστά κατάδειξη μιας γλυκερής νίκης έναντι του χρόνου –πολέμιου.Για μια στιγμή τα βλέμματα μας συναντηθήκανε και ευθύς αμέσως λαμπερά χαμόγελα φωτίσανε και των δύων μας τα πρόσωπα – είναι πάντοτε εύμορφες αυτές οι συναντήσεις γιατί είναι σα να έρχονται τα παιδικά μας περάσματα να μας βρουν ,πόσο δε μάλλον όταν τα έχεις αφήσει πίσω περί τις δύο δεκαετίες.
Η χαρά μας ήταν μεγάλη τόσο που ξεχάσαμε που θέλαμε να πάμε.Μέσα στο συρφετό των λόγων και της επαναφοράς των παρελθόντων αναμνήσεων οδηγηθήκαμε στο πλησιέστερο καφέ.
Ενώ μιλούσαμε περιεργαζόμουν την μικροκαμωμένη αέρινη συμμαθήτρια μου ενώ ταυτόχρονα άκουγα τη συμπαθητική ιστορία της η οποία μπορεί να μην είχε βασιλόπουλο και άσπρο άλογο όπως σχεδιάζαμε στα παιδικά μας δωμάτια αλλά είχε ένα περίλαμπρο «μπορώ και καταφέρνω» το οποίο έκανε τη Διοτίμα να στέκεται εμπρός στην ψυχή σου και να σε μαγεύει!
Την άφηνα να μιλάει για αρκετή ώρα, ενώ συνεχώς σκεπτόμουν πως μπορεί να είναι από τους λίγους ανθρώπους που ακολουθήσανε το κάλεσμα της ψυχής τους ,που δεν είχε να κάνει με κοινωνικές επιταγές –όρους χαμένου βίου,με αξιοπρεπή φερσίματα φιμωμένων ανθρώπων, με παραδοσιοπληξίες και προγονοπληξίες , με ελαττωματικά κατεστημένα κενόσπουδων , με κατακρεουργημένες φιλοδοξίες πολύφερτων κοριτσιών…με μίζερα καλλωπίσματα ! Βάδισε η γλυκιά Διοτίμα κατά πως της πρόσταζαν τα μέσα της και δεν είχε άλλο σύμβουλο παρά της ψυχής της το πρόσταγμα – ήταν η μόνη προσταγή την οποία σεβότανε και στην οποία πειθαρχούσε χωρίς δεύτερη σκέψη.
Τόσο με μάγεψε ο λόγος της –που πήγαζε από μέσα της- το απόγευμα κείνο ,που λίγο έλλειψε να τη ρωτήσω αν ήταν πέρα για πέρα αληθινή.
Η ώρα περνούσε και τα μάτια της συνέχιζαν να λάμπουνε καθώς η ομιλία της γινότανε πιότερο μελλιστάλαχτη.Κάπου κάπου,και ενώ ολοκλήρωνε μια εξιστόρηση της , με ρωτούσε αν μου άρεσε η ζωή μου,αν πίστευα στη δύναμη μου,αν κατάφερα αυτά που ήθελα , αν έχω όνειρα και στόχους για το μέλλον , αν αγαπούσα τον άντρα μου –εκείνη τον λάτρευε καθώς έλεγε – αν θα άλλαζα με κάτι άλλο τη ζωή μου ..και τόσα άλλα και με προβλημάτιζε κι’ενώ ζητούσα λίγο να σκεφτώ πριν της απαντήσω ,εκείνη μου’λεγε γελώντας : σαν τότε που έλεγες μάθημα και ενώ δεν είχες διαβάσει ζητούσες χρόνο ,κι’όταν σου δίνανε αυτοσχεδίαζες μια πάντοτε περίφημη απάντηση !
Έτσι ήταν πράγματι , συμφώνησα, ήθελα να μπορώ να εφεύρω κάτι που θα ταίριαζε σ’αυτό που ήθελα ν’ακούσει η δασκάλα!
Πόσα μου θύμισε και πόσο πολύ με προβλημάτισε στις λίγες ώρες έως να πιούμε τον καφέ μας .
Είπαμε κι’άλλα πιο σπουδαία, για φίλους που βλέπουμε που και που και για άλλους που χάσαμε τελείως .Και για τα φλερτ μας είπαμε ,για τα ομορφότερα αγόρια στο σχολείο και το θυμότανε για δες και μου το είπε πως πάντα σ’εμένα αρέσανε οι καθηγητές : «αυτοί που με ύφος καλλιτέχνη και οι άλλοι που θεότρελα μιλούσαν για κόσμους ανεξερεύνητους και πολιτισμούς αξιοερεύνητους»!
Τόσα που είπαμε μας βρήκε το σκοτάδι και έτσι όμορφα χωρίσαμε με την υπόσχεση να ξαναβρεθούμε σύντομα ανταλλάσοντας βεβαίως τα τηλεφωνά μας.
Ένα πράγμα που με εντυπωσίασε ήταν ο τρόπος που ορμώμενη από τη δική της ζωή προσπαθούσε να μου μεταδώσει αισιοδοξία και δύναμη , σα να ήξερε ότι τη χρειαζόμουνα στην παρούσα φάση της ζωής μου.
Πριν χωρίσουμε με χαιρέτισε λέγοντας μου : «ήταν σα να με κάλεσες γλυκιά μου φιλενάδα»
Ανταπέδωσα το γλυκό της χαιρετισμό και έφυγα.
Τις επόμενες ημέρες ακολούθησε μια εύνοια προς πάσα κατεύθυνση στη ζωή μου και η σκέψη μου όλο πήγαινε στην συνάντηση της προηγούμενης εβδομάδας.Τόσο πολύ όμως το πίστεψα που είπα να καλέσω τη Διοτίμα να της το πω.
Την επόμενη κάλεσα το τηλέφωνο που μου είχε δώσει και το τηλέφωνο σήκωσε η ηλικιωμένη πια μητέρα της .Χωρίς να της συστηθώ –αποφεύγω τις συστάσεις όταν αυτές μου κλέβουν χρόνο- ζητώ τη Διοτίμα και έκπληκτη εισέπραξα από την άλλη άκρη της γραμμής την αβόλευτη στη σκέψη μου απάντηση : Η Διοτίμα δε ζει πια παιδί μου ,έχει φύγει χρόνια πριν! Την ευχαρίστησα και κλείνοντας το τηλέφωνο ανακαλώντας ταυτόχρονα στη σκέψη μου τη συζήτηση της προηγούμενης εβδομάδας .Μια σκέψη μόνο μου’ρθε στο μυαλό : Η ψυχή μου ζήτησε βοήθεια και την εισέπραξε με τρόπο όχι και τόσο σύνηθες.
Κάπου μπερδεύτηκα στο χωροχρόνο , κάπου η συμπαιγνία της φύσης με το ασυνείδητο , κάπου θα λάθεψα το φανταστικό με το υλικό ,κάπου οι ζωτικοί μου πόθοι μ’αποπλάνησαν κι η προαναφερθείσα συνάντηση ήταν ένα παιχνίδι του μυαλού μου!
Ποιος ξέρει ! ίσως και να μη μάθω ποτέ.Ας είναι όμως ,ότι και να’ταν χόρτασε τη δίψα μου και έλαμψε μεγαλόπρεπα μέσα μου.

3 σχόλια:

theo1457pa είπε...

ταξιδακι...

Alexia Karakosta είπε...

Νοσταλγία...

Ατάσθαλος είπε...

Την συναντώ κι εγώ και μου φέρνει δάκρυα. Τώρα τελευταία σχεδόν κάθε ημέρα...