Οπισθόφυλλο..


«...όταν τραβάς τα δίχτυα, με προσοχή, η άβυσσος εκεί μέσα στης θάλασσας τα σωθικά... άμα κείνη ζαβώνει εκεί που λες έχει μπουνάτσα βουρλίζεται αυτή κι η βάρκα σου, κι όσο να πεις: το καραντί θα μας μπατάρει, σταυροκοπιέσαι και με τόλμη ορθοπλωρίζεις...» Άμα ορίζεις αρχηγό τον τιμάς, να μην του χαλάς τη φόρα γιατί το έργο του είναι δύσκολο, η φούρια του δεν είναι χάρισμα επίκτητο αλλά έμφυτο καθ’ όλα σεβαστό, οι πειρασμοί πολλοί και τα διλήμματα, τα περιθώρια του λάθους ανυπολόγιστα, μα κείνη η φούρια δεν λογαριάζει εμπόδιο κανένα, και άμα όλοι δεν συνδράμουμε, θα χαθεί ο ορθός προσανατολισμός και θα μετουσιωθεί το πάλεμα σε ατομική ενόρμηση, ανεξέλεγκτη ανάγκη επιβολής, ανυπόφορη απειλή υπέρ του αντιθέτου των αρχικών προθέσεων με πρόσχημα την έλλειψη απολύτου εμπιστοσύνης.

Άμα ορίζεις αρχηγό να σέβεσαι την τόλμη του, να αξιώνεις αρετή, να πολεμάς μαζί του όταν χρειάζεται, να προσδοκάς, να ορέγεσαι, να θέλεις περισσότερα, μα μην του βάζεις όρια και φραγμούς, ασ’ τον ελεύθερο και δείξε εμπιστοσύνη, έτσι, μονάχα έτσι θα μπορέσει να αναμετρηθεί με τους θεούς, τους δαίμονες, με της ζωής τον θάνατο, με το περίσσιο φως και το σκοτάδι.

Τόλμη και αρετή μαζί, ψυχή και πνεύμα,

να πολεμάς τα δύσκολα,

να βλέπεις φως μες στο σκοτάδι,

να προσδοκάς τ’ αντίθετα απ’ αυτά που βλέπει ο φοβισμένος νου σου,

να ζεις σαν να μην έχει τελειωμό αυτή η ζήση και να παλεύεις τις αδυναμίες σου γιατί είναι μέσα σου ο εχθρός και όχι μακριά σου.
Πάνω από τις ενστάσεις παύουν οι φωνές και αρχίζουν τα σύννεφα,
απρόσκλητη ηρεμία ,
ασχεδίαστη ευφροσύνη..
πόσο ακόμα Θεέ θα σκύβω το κεφάλι μου και αντί να θαυμάζω την ηρεμία
του ουρανού , να καταφρονώ τις ενστάσεις ?

Vertigo


Μέσα σε τόση αντάρα , φαντάζει το φως φοβισμένο
έτοιμο να τρυπώσει σε σίγουρο καταφύγιο , σαν τον κλέφτη κυνηγημένο
κι’εμείς να τρέχουμε ξωπίσω να το προφτάσουμε,
κι’εκείνο να μας νομίζει δεσμοφύλακες ,
και να χάνεται..
Άμα η αντάρα καταπέσει και βασιλέψει ο ήλιος
μετρούμε τις απαντοχές μας και όλο χανόμαστε στο μέτρημα,
τόσο που μήτε καταφέρνουμε να ευχαριστηθούμε το φώς που μας χαρίζεται.
Μετρώντας τις απώλειες σε καιρό ειρήνης κλαίμε αντί να γελούμε
κι’ ευθύς αλλάζει το σκηνικό :
 το φώς τρέχει να μας χαριστεί και εμείς το νομίζουμε δεσμοφύλακα και κρυβόμαστε όλο και πιο βαθειά μέσα μας αναζητώντας το σκοτάδι,
κάνοντας έτσι τους θεούς μας να γελάνε με τούτα τα καμώματα.

λεξιπαίγνια

Έναυσμα της αρχής η ολο-κλήρωση
έναυσμα της ολοκλήρωσης η αρχή,
αρχή της ολοκλήρωσης η ζωή,
αρχή της ζωής η μή-ζωή.
Ποσοτικά διανύουμε μια απόσταση ανυπολόγιστη,
ποιοτικά διανύουμε μια απόσταση λελογισμένη.
Λογίζω-υπολογίζω-λογοποιώ.
Λόγος-έλογος-άλλογος.
Τα διαστήματα προσμετρούνται στο τέλος,
τα διαστήματα ανυπολόγιστα στην αρχή.
Ευτυχώς ευτυχούμε,
ευτυχούμε ευτυχώς και ατυχώς.
Μερίσματα δεν υπάρχουν,
υπάρχουν νοητές γραμμές.
Υπερβάσεις δεν υπάρχουν,
υπάρχουν νοήματα νοητών υπερβάσεων.
Υπερβαίνω τα ευκολονόητα,
δεν υπερβαίνω τα ανυπέρβλητα.
Ο λόγος πάλι υπόλογος.
Δύσκολη ζωή, εύκολη ζωή
διαφορά καμία αφού
το τέλος ομοιάζει της αρχής.